καινισμός

καιν-ισμός, ,
A renewal, PLond. 2.354.16 (ii B. C.).
2 innovation, Vett.Val.192.15, Just.Nov.20.4, 11.8.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καινισμός — καινισμός, ὁ (AM) [καινίζω] 1. ανακαίνιση, ανανέωση 2. νεωτερισμός, καινοτομία …   Dictionary of Greek

  • καινισμός — renewal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινισμοῖς — καινισμός renewal masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινισμοί — καινισμός renewal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινισμοῦ — καινισμός renewal masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινισμούς — καινισμός renewal masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινισμῷ — καινισμός renewal masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινισμόν — καινισμός renewal masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινισμῶι — καινισμῷ , καινισμός renewal masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.